Σώμα και Πνεύμα.

Συντάκτης  02 Αυγ, 2020

Στην δυτική χριστιανική παράδοση επικρατεί η άποψη ότι κανένας άνθρωπος δεν είδε  ούτε μπορεί ποτέ να δει τον Θεό[1],

γιατί το σώμα του ανθρώπου εμποδίζει την θέα. Ο Θεός είναι και παραμένει αόρατος για τον άνθρωπο. Βέβαια στην περίπτωση του θανάτου, όταν η  ψυχή χωριστεί από το σώμα, τότε μόνο ο άνθρωπος (αλλά όχι κάθε άνθρωπος) έχει την δυνατότητα να έχει θέα του Θεού.

Αυτή όμως είναι η αρχαιοελληνική, ή καλύτερα η νεοπλατωνική αντίληψη, όχι η χριστιανική. Οι αρχαίοι έλληνες πίστευαν ότι το σώμα είναι δεσμωτήριο της ψυχής. Πίστευαν επίσης,  ότι το σώμα είναι κακό, αμαρτωλό, ενώ η ψυχή είναι καλή. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε ποτέ η ψυχή, αν δεν ελευθερωθεί από το σώμα, να έχει θέα του Θεού και του απολύτου αγαθού. Όταν κάποιος βρίσκεται μέσα σε μια φυλακή δεν έχει την δυνατότητα να δει αυτό που θέλει. Πρώτα πρέπει να εξέλθει από αυτή και μετά  θα μπορέσει να συναντήσει τους συγγενείς του. Και αν υποθέσουμε ότι, οι συγγενείς της ψυχής που κρατείται φυλακισμένη, δηλαδή όλος ο πνευματικός κόσμος και ο Θεός, είναι ελεύθεροι και δεν μπορούν να εισέλθουν μέσα στην φυλακή για να κάνουν επίσκεψη, κι᾽αν υποθέσουμε ακόμα ότι τα παράθυρα της φυλακής είναι κλειστά και σκοτεινά, τότε θα συμπεράνουμε ότι δεν υπάρχει καμμιά περίπτωση να μπορέσει η φυλακισμένη ψυχή να δει τίποτε από τον συγγενικό της πνευματικό χώρο.  Επομένως για τους αρχαίους έλληνες σωτηρία σήμαινε να μπορέσει η ψυχή να ελευθερωθεί από το σώμα, που την κρατάει δέσμια. Οι αρχαίοι μιλούσαν, δια του στόματος των σοφών τους, για την αθανασία της ψυχής. Δηλαδή με απλά λόγια πίστευαν ότι, από τη ίδια της την φύση η ψυχή ήταν αθάνατη, κι᾽ αυτό βέβαια δεν εξαρτιόταν ούτε από τον Θεό. Δεν ήταν μια δωρεά του Θεού η αθανασία της ψυχής:ήταν μία δική της φυσική ικανότητα. Κανείς, ούτε ο ίδιος ο Θεός  μπορούσαν να καταστρέψουν την ψυχή. Το μόνο που θα μπορούσε να πάθει ήταν  να φυλακιστεί σ᾽ ένα σώμα: να πεθάνει όχι δεν θα μπορούσε.

Βέβαια στο σημερινό άνθρωπο, που έχει άλλο τρόπο σκέψης, θα  γεννιόταν η  ακόλουθη απορία:  Πώς αφού ο Θεός δημιουργεί από το μηδέν, δεν μπορεί  να καταστρέψει την ψυχή; Οι αρχαίοι  πίστευαν ότι, ο Θεός δεν δημιουργεί εκ του μηδενός. Ο νοητός, ο πνευματικός και ο υλικός κόσμος προϋπάρχουν:  κανένας Θεός δεν τους δημιουργεί εκ του μηδενός. Με άλλα λόγια: η ψυχή και η ύλη προϋπάρχουν με τον ίδιο τρόπο που προϋπάρχει και ο Θεός. Και δεν θα μπορούσαν ποτέ να καταστραφούν ή να γυρίσουν στο μηδέν, αφού δεν ξεκίνησαν από το μηδέν. Τά πάντα ρεῖ, τα πάντα αλλάζουν μορφές, μετασχηματίζονται: η ψυχή μπορεί να ξαναφυλακιστεί  σ᾽ένα άλλο σώμα ανθρώπου ή ζώου, μα ποτέ δεν θα ήταν δυνατόν να καταστραφεί. Και το σώμα όταν θάβεται δεν εξαφανίζεται, μετασχηματίζεται, αλλάζει, γίνεται τροφή για άλλους οργανισμούς, αλλά δεν μηδενίζεται. Γι αυτό  οι αρχαίοι δεν θα μπορούσαν ποτέ να καταλάβουν τι σημαίνει  ανάσταση σωμάτων.

Φανταστείτε τον Απόστολο Παύλο όταν πήγε στην Αθήνα και μπροστά σε όλους μίλησε για  ανάσταση σωμάτων. Όλοι οι έλληνες σοφοί σηκωθήκαν επάνω και ειρωνεύτηκαν τον Απόστολο. “Θα σε ακούσουμε πάλι γι αυτό το θέμα»[2] είπαν. Ανάσταση σωμάτων, για τους αρχαίους σοφούς, σήμαινε και αιώνια κόλαση, επειδή ακριβώς σωτηρία και “παράδεισος», θα λέγαμε σήμερα, ήταν η απελευθέρωση της ψυχής από το σώμα. Η ψυχή, σύμφωνα πάντα με τους αρχαίους, ήταν πνευματική, μπορούσε να κάνει γρήγορους υπολογισμούς, να σκέφτεται καλύτερα όταν είναι μόνη της, να κινείται όπως αυτή ήθελε, να είναι αναμάρτητη και ελεύθερη από το βαρύ, παχύ και αμαρτωλό σαρκικό σώμα το οποίο την κρατεί αιχμάλωτη και την εμποδίζει να είναι  όπως η φύση της την προόρισε. Οι έλληνες  σοφοί όταν μιλούσαν για την αθανασία της ψυχής, εννούσαν ότι  κάποτε θα έβγαινε από την φυλακή της, δηλαδή από το σώμα, και θα επέστρεφε στην πατρίδα της την Φθία. [3]

Ο χριστιανισμός όμως ποτέ δεν έδωσε έμφαση στην αθανασία της ψυχής και στην αυτόνομη υπαρξή της από το σώμα. Το σύμβολο της πίστεως δεν λέει προσδοκώ αθανασία ψυχής, αλλά προδοκώ ανάσταση νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος.  Για τον χριστιανισμό το σώμα του ανθρώπου δεν είναι κακό, και ούτε η αμαρτία βρίσκεται αποκλειστικά μέσα στην σωματικότητα. Σε αντιπαράθεση με την πίστη ορισμένων ῝χριστιανών”, η αμαρτία δεν βρίσκεται στο σώμα, αλλά στο πνεύμα. Ο άνθρωπος κάνει μια επιλογή. Επιλέγει να απομακρυνθεί από τον Θεό και στρέφει τον ευατό του, μακριά από Εκείνον, δηλαδή μακριά από την πηγή της ζωής, προς τo μηδέν. Μα αυτή η επιλογή είναι μια πνευματική, όχι σωματική διαδικασία. Το σώμα του ανθρώπου είναι πολύ ωραίο (λίαν καλό)[4], τόσο που το προσλαμβάνει  και ο ίδιος ο αναμάρτητος Λόγος του Θεού, ο οποίος παραμένει χωρίς αμαρτία και μετά απ᾽ αυτή την ενσάρκωση.  Κατά συνέπεια το σώμα δεν είναι  δεσμωτήριον της ψυχής, αλλά κατοικητήριο. Δεν είναι  φυλακή, αλλά o οίκος της ψυχής, αφου δεν μπορεί να υπάρξει  ψυχή χωρίς τον οίκο της.  Ο οίκος της ψυχής δεν είναι  φυλακή, αλλά ο τόπος όπου ζει, ο χώρος που της επιτρέπει να κινείται και να είναι ελεύθερη και αυτόνομη. Δεν μπορεί ποτέ για τον χριστιανισμό να υπάρξει ψυχή χωρίς σώμα, γιατί η ψυχή νοείται  μόνο ως ψυχή κάποιου συγκεκριμένου ανθρώπου και ποτέ ανεξάρτητα από ένα συγκεκριμένο σώμα. Όπως και το σώμα, δεν νοείται απλά ως σώμα, αλλά ως σώμα συγκεκριμένου ανθρώπου.

Ακόμα και μετά το θάνατο, όταν το σώμα χωρίζεται από την ψυχή, εξακολουθεί να θεωρείται  σώμα ενός ορισμένου ανθρώπου, έστω και άν φθείρεται και διαλύεται στα στοιχεία που το αποτελούν. Και η ψυχή μετά τον θάνατο του σώματος δεν λέγεται απλώς ψυχή, αλλά ψυχή  ορισμένου ανθρώπου, του ιδίου δηλαδή ανθρώπου που το σώμα του φθείρεται. Ακόμα και μετά την διάλυση του σώματος η ψυχή εξακολουθεί να διατηρεί την ίδια σχέση που είχει και πριν ως μέρος της ψυχοσωματικής ολότητος. Και των δύο λοιπόν η σχέση (της ψυχής και του σώματος), όταν την νοούμε ως σχέση  μερών ολοκλήρου του ανθρωπίνου υποκειμένου, χωρίς να αφαιρούμε τίποτε, παριστάνει και την ταυτόχρονη δημιουργία  τους, αλλά σινάμα αποδεικνύει και την διαφορά μεταξύ τους ως προς την ουσία, χωρίς να θίγει, με κανένα τρόπο, τους έμφυτους λόγους της ουσίας τους. Δεν είναι λοιπόν  δυνατόν να νοηθεί ή να βρεθεί ψυχή ή σώμα άσχετο από αυτήν την σχέση. Γιατί μαζί με το καθένα  συνεισάγεται και η έννοια του που ανήκει το καθένα. [5]

  Ο Θεός δημιουργεί από το μηδέν και την ψυχή και το σώμα του ανθρώπου ταυτόχρονα, σαν δύο μέρη ενός συγκεκριμένου υποκειμένου. Και αυτός ο ορισμένος άνθρωπος έχει  σώμα και ψυχή. Αυτός είναι ο λόγος που στον χριστιανισμό περιμένουμε την ανάσταση των σωμάτων: για να αποκατασταθεί ο συγκεκριμένος άνθρωπος τον οποίον έφερε στην ύπαρξη ο Θεός κατά ένα πολύ πραγματικό τρόπο.

Ο Θεός όμως, δημιουργεί από το μηδέν τα πάντα και τον ορατό κόσμο και τον αόρατο. Γι αυτό, κατά την χριστιανική παράδοση, δεν έχουμε διάκριση μεταξύ πνευματικού και υλικού κόσμου, αλλά μεταξύ κτιστού και Ακτίστου. Ο Άκτιστος είναι μόνο ο Τριαδικός Θεός και ο κτιστός όλος ο ορατός και αόρατος κόσμος. Ο κτιστός κόσμος δεν μπορεί από την φύση του, όπως καταλαβαίνουμε, να είναι ποτέ αθάνατος, είτε ορατός κόσμος είναι, είτε αόρατος, είτε άνθρωποι, είτε άγγελοι. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει, σε κανένα κτιστό δημιούργημα που προέρχεται από την Άκτιστη Ενέγεια του Ακτίστου Θεού καμμία φυσική αθανασία. Η μόνη αθανασία που μπορεί να υπάρξει είναι αυτή που ο Θεός χαρίζει στα πλάσματά Του, είτε άγγελοι λέγονται, είτε άνθρωποι. Η αθανασία των κτισμάτων είναι  δώρο του Θεού και ποτέ δεν πραγματοποιείται από μόνη της. Αν η Χάρη του Θεού έπαβε να ενεργεί, πάνω στον κτιστό κόσμο, τα πάντα θα κατέληγαν στο μηδέν απ᾽ όπου προέρχονται. 

Ο Θεός λοιπόν δημιουργησε από το μηδέν και τον πνευματικό και τον υλικό κόσμο. Και κατασκευάζει τον άνθρωπο μικτό, από  ορατή και αόρατη φύση,  προσκυνητή μικτό, γιατί είναι φτιαγμένος  από  πνευματική ψυχή και από υλικό σώμα. Έτσι τον θέλησε ο Θεός και έτσι τον έκανε. Ούτε μόνο ψυχή, ούτε μόνο σώμα, αλλά και σώμα και ψυχή. Επομένως  δεν είναι δυνατόν να υπάρξει άνθρωπος χωρίς αυτά τα δύο.  Επειδή από αγαθότητα πλάστηκε από τον Θεό με ψυχή και σώμα, ώστε η λογική και νοερή ψυχή που του δόθηκε, ως εικόνα του δημιουργού της να θεωθεί ολοκληρωτικά και μαζί με όλες της τις δυνάμεις, και μένοντας αμετακίνητη μέσα στον Θεό δια της γνώσεως να αποκτήσει παραπάνω και το καθ᾽ομείωση. Από την άλλη μεριά η ψυχή...σοφά είναι δεμένη  με το σώμα και σκέφτεται να το οικειώσει με τον Θεό δια της αρετής, γιατί το σώμα είναι ομόδουλό της. Δηλαδή η μεσίτευση της ψυχής κάνει τον Ποιητή ένοικο του σώματος. Με αυτό τον τρόπο πραγματοποιείται ένας άλυτος δεσμός αθανασίας, ώστε αυτό που είναι ο Θεός για την ψυχή, αυτό να γίνει η ψυχη για το σώμα, και να αποδειχτεί ένας ο δημιουργός των όλων, εισβάλοντας δια της ανθρωπότητός Του σε όλα τα όντα. Με αυτό τον τρόπο τα πολλά που διΐστανται μπορούν να ενωθούν σ᾽ένα κατά την φύση, συγκλίνοντας μεταξύ τους γύρω από την  ανθρωπότητα του δημιουργού ώστε, να αποβεί λοιπόν ο ίδιος ο ενανθρωπήσας  Θεός τα πάντα εν πάσι, συμπεριλαμβάνοντάς τα όλα μέσα στην “υπόστασή» του.  Για να μην έχει ανεξάρτητη κίνηση και να μην είναι άμοιρο από την θεία παρουσία κανένα πλέον από τα όντα.[6]

Κατά συνέπεια είναι δυνατόν ο άνθρωπος όχι να δει απλώς τον Θεό αλλά και να ενωθεί ολοκληρωτικά μαζί Του. Ακριβώς επειδή το σώμα δεν είναι κακό, ούτε  δεσμωτήριον της ψυχής, ο άνθρωμος μπορεί να δει την Άκτιστο δόξα και Βασιλεία του Θεού, με μάτια  που ανοίγονται από το Άγιο Πνεύμα.  Δεν υπάρχει, στον χριστιανισμό, κανένας δυαλισμός μεταξύ πνεύματος και ύλης, που θα μας επιτρέψει να πούμε ότι το αόρατο πνεύμα είναι καλό και συγγενικό με τον Θεό, και όταν λοιπόν απελευθερωθεί από το ορατό, κακό και μη συγγενικό με τον Θεό σώμα, θα μπορέσει να δει τον Θεό.  Ο ορατός και αόρατος κόσμος αποτελούν το κτιστό σύμπαν, που διαφέρει απόλυτα από την Άκτιστη πραγματικότητα. Δηλαδή ο κτιστός κόσμος μολονότι βρίσκεται σε  κοινωνία με τον Άκτιστο παραμένει κτιστός και ο Άκτιστος κόσμος μολονότι βρίσκεται σε κοινωνία με τον κτιστό παραμένει Άκτιστος. Η Παλαιά και η Καινή διαθήκη είναι γεμάτη από τέτοιες μετοχές του κτιστού κόσμου στον Άκτιστο  κι᾽αυτό είναι που διαφοροποιεί τον χριστιανισμό από όλες τις θρησκείες και τον κάνει πραγματικά  ζωή, την όντως ζωή, που είναι η κοινωνία του κτιστού με το Άκτιστο , δηλαδή μετοχή του κτιστού στο Άκτιστο. Ο χριστιανισμός δεν υπάρχει για να ικανοποιεί τις μεταφυσικές αγωνίες του ανθρώπου. Ο ορίζοντάς του δεν περιλαμβάνει μόνο  το μέλλον, αλλά και το παρόν: η όντως ζωή που αρχίζει από αυτήν εδώ τη ζωή. Και σ᾽ αυτή τη ζωή ο κτιστός άνθρωπος μπορεί να κοινωνεί και να βλέπει τον Άκτιστο τριαδικό Θεό.

 ______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

[1] Οι δυτικοί ερμηνεύνουν μονομερώς την φράση του Αποστόλου Παύλου που βρίσκεται στην πρώτη επιστολή του Τιμοθέου 6,16 “ὃν εἷδεν οὐδείς ἀνθρώπων οὐδέν ἰδεῖν δύναται». Η ορθόδοξη  χριστιανική παράδοση δέχεται μεν ότι δεν είναι ιδιότητα της ανθρωπίνης φύσης να δεί τον Θεόν. Επομένως κανείς από μόνος του δεν μπορεί να δεί τον Θεό. Μόνο όταν οι οφθαλμοί ανοιχθούν από το Άγιο Πνεύμα ο άνθρωπος μπορεί, εν Αγίω Πνεύματι, να δεί τον Θεό. Κατά τους λατίνους όμως σε καμμία πρερίπτωση ο άνθρωπος δεν μπορεί να δεί τον Θεό. Ούτε εν Αγίω Πνεύματι, γιατί το σώμα είναι κακό και δεσμωτήριο της ψυχής.

[2] πράξεις 17,32

[3] Ο Πλάτωνας μας λέει στον Κριτία (44 A-B) για ένα όνειρο που είδε ο Σωκράτης πριν τον θάνατο: “Την επόμενη μέρα που θα φθάσει το πλοίο εγώ θα πεθάνω... Δεν πιστεύω λοιπόν ότι ο θάνατος θα έρθει σήμερα μα αύριο. Το υποθέτω από ένα όνειρο που έκανα λίγο πριν, κατά την διάρκεια της νύχτας... Μου φάνηκε σαν να με πλησίασε μια ωραία γυναίκα, με βασιλική όψη, ντυμένη στα λευκά και με φώναξε και μου είπε: “Ω Σωκράτη, την τρίτη μέρα από σήμερα, εσύ θα φθάσεις στην γόνιμη Φθία”

[4] Γέννεσις 1,31

[5] Μάξιμος Ομολογητής Περί Διαφόρων Αποριῶν 2: Φιλοκαλία Τόμος 14Δ: Πατερικαι Εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς. Σελίδα 110-112

[6] Βλέπε Μάξιμο Ομολογητή῎. Περί Διαφόρων Αποριῶν 2: Φιλοκαλία Τόμος 14Δ: Πατερικαι Εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς. Σελίδα 96

 

 

Γεώργιος Καραλής

Ο Γεώργιος Ιωάννου Καραλής, γεννήθηκε στον Βόλο. Αν και ελκύστηκε από την θεολογία παιδιόθεν και υπήρξε μαθητής του αείμνηστου καθηγητού Ιωάννου Ρωμανίδου και του μοναχού Μάξιμου Λαυριώτου, σπούδασε Ιατρική και Χειρουργική στο Πανεπιστήμιο της Γένοβας και εξειδικεύθηκε στην πυρηνική ιατρική. Διετέλεσε επί πολλά χρόνια διευθυντής του ορθόδοξου περιοδικού Italia Ortodossa, εκδίδοντας πλήθος θεολογικών άρθρων και μεταφράζοντας Πατέρες της Εκκλησίας στα Ιταλικά.

Email Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
  1. Δημοφιλή
  2. Προτεινόμενα

Ημερολόγιο

« February 2019 »
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
        1 2 3
4 5 6 7 8 9 10
11 12 13 14 15 16 17
18 19 20 21 22 23 24
25 26 27 28